Εθνική πρόκληση η συνεργασία για το αυτονόητο

Εκτύπωση
PDF

ΕΝΑ ΝΕΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΕΥΘΥΝΗΣ

Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» (1η Ιανουαρίου 2018)

1. Το ερώτημα αν χρειαζόταν το πρώτο μνημόνιο απαντήθηκε όχι μία, αλλά δύο φορές. Την πρώτη απάντηση της αναγκαιότητας του έδωσαν οι αρνητικές επιδόσεις, κυρίως της περιόδου 2004-2009 με το διπλό έλλειμμα δημοσιονομικό και ισοζυγίου να κινούνται στην περιοχή του 15% του ΑΕΠ! θέτοντας την Ελλάδα εκτός αγορών. Τη δεύτερη απάντηση έδωσαν καθένας χωριστά με διαφορά φάσης οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας υπογράφοντας το δεύτερο και τρίτο μνημόνιο αντιστοίχως και επιχειρηματολογώντας υπέρ της επιλογής τους ως μονόδρομου. Μπορεί αντιθέτως να εκτιμηθεί πως αυτά τα μνημόνια θα είχαν αποφευχθεί, αν σύσσωμη η τότε αντιπολίτευση δεν υπονόμευε την εφαρμογή του πρώτου παραπλανώντας τους πολίτες πως υπάρχει εναλλακτική λύση. Από τους «αγανακτισμένους», τις ιαχές «να καεί η Βουλή» και την άσκηση βίας φθάσαμε στην από κοινού ψήφιση του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015. Στην απόσταση που διανύσαμε μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις άλλαξαν, αλλά η κρίση μένει!

2. Σήμερα κυριαρχεί η συζήτηση για την έξοδο από το τρέχον μνημόνιο και την πορεία της χώρας την επόμενη ημέρα. Αξίζει να αποσαφηνισθούν δύο σημεία:

α. Ο στόχος της εξόδου μας στις αγορές είναι και επιθυμητός στόχος των εταίρων, αντιθέτως προς την συνομωσιολογική αντίληψη που πρεσβεύει πως επιδιώκουν να μας κρατούν σε μνημόνιο για να μας διαφεντεύουν. 

β. Εξοδος από το μνημόνιο δεν σημαίνει και έξοδο από την κρίση, ούτε την αυτόματη επιτήρηση. Μετά την έξοδο ακόμη και στην πιο «καθαρή» εκδοχή της, δηλαδή χωρίς την πρόβλεψη πιστοληπτικής γραμμής, η Ελλάδα θα βρίσκεται υπό τη διαρκή αξιολόγηση των αγορών που είναι οι νέοι δανειστές της. Τα ζητούμενα δάνεια και το κόστος πληρωμής τους θα συναρτώνται με την πολιτική κατεύθυνση της χώρας, με το αν προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και καθιστούν την Ελλάδα ανταγωνιστική. Η τρέχουσα θριαμβολογία για την έξοδο αν δεν συνοδευθεί από την εγγυημένη εφαρμογή ενός αξιόπιστου προγράμματος θα έχει ως συνέπεια τη συντήρηση της κρίσης και τη σταδιακή όξυνση της, για να επιβεβαιωθεί πως στην Ελλάδα συχνά πανηγυρίζουμε πρόωρα και θρηνούμε καθυστερημένα. Το επίπεδο αναφοράς της Ελλάδας σε κρίσιμους τομείς είναι ένα αυτονόητο σήμα κινδύνου. Η καθήλωση της χώρας σε αυτές τις επιδόσεις συνεπάγεται είτε διολίσθηση εκτός ευρώ είτε προσφυγή σε νέα δανειακή σύμβαση (μνημόνιο). Οι αγορές είναι αδυσώπητες, καιροφυλακτούν και αν αντιληφθούν πως επιλέγουμε τη στασιμότητα θα επιδοθούν σε κερδοσκοπικές επιθέσεις σε βάρος μας, αντί να επενδύουν τα κεφάλαια τους. Όλες οι χώρες μηδέ της Γερμανίας εξαιρουμένης, υπάγονται σε αυτή την αθέσμιτη, αλλά αυτόματη επιτήρηση. Είναι μύθος πως η έξοδος «λύνει» τα χέρια της Κυβέρνησης (όποια και αν είναι). Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένους στόχους. Για την επίτευξη τους έχει ελευθερία κινήσεων να καταρτίσει το δικό της μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Αυτή την ελευθερία κινήσεων τη διέθετε και μέχρι τώρα. Είναι όμως σαφές πως δεν είναι αποδεκτή η απόκλιση από τους στόχους. 

3. Η Ελλάδα στο δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας κατέχει την 87η θέση μεταξύ 137 χωρών και την τελευταία θέση στην Ε.Ε. Είναι 109η όσον αφορά την ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και 129η (στις 137, θυμίζω, χώρες) όσον αφορά τη σχέση της παιδείας με την παραγωγή στο τομέα έρευνας και καινοτομίας. Αυτό το παράδειγμα δεν είναι το μοναδικό, όλα όμως αποκαλύπτουν την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθούμε. Ταυτοχρόνως δίνουν και μια αποστομωτική απάντηση στους κήρυκες της νέας «εθνικής απελευθέρωσης» αν αντιλαμβάνονται την έξοδο όχι ως έναυσμα να κολυμπήσουμε στα βαθειά, αλλά σαν επιστροφή στη ξαπλώστρα της παραλίας!

Εθνικό καθήκον είναι η ειλικρινής συζήτηση για το μέλλον της χώρας και η ομόθυμη συμβολή στην προώθηση των αναγκαίων αλλαγών. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% μέχρι το 2022. Ανάπτυξη που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση και πλεόνασμα που προκύπτει κυρίως από υπερφορολόγηση δεν έχουν βιώσιμη προοπτική. Απαιτείται μια νέα εθνική συνθήκη δεσμευτική για όλους, ένα σύμφωνο ευθύνης των δημιουργικών δυνάμεων εντός και εκτός πολιτικής. Το περιεχόμενο μπορεί να περιλάβει δέκα προτεραιότητες – αλλαγές με βάση τη διεθνή εμπειρία αφ’ενός και τις προφανείς δυνατότητες της χώρας αφ’ετέρου. Πρόκειται για την επανάσταση του αυτονόητου, που όμως προυποθέτει να πάψουμε να το θεωρούμε αδιανόητο η ακατανόητο. 


Θεσμοί