Αρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» (Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018)

1. Στα μεγάλα, αλλά όχι μόνο, θέματα που την απασχολούν η Ελλάδα δείχνει να κινείται σπασμωδικά. Μοιάζει με σύνδρομο εθνικής σύγχυσης. Ο μετεωρισμός της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντανακλά στη χώρα και συχνά την καθηλώνει. Δεν της επιτρέπει να αποκτήσει σαφείς στόχους και συλλογικό προσανατολισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γυρίσει σ΄αυτό που ήταν και δεν μπορεί να φθάσει σ΄αυτό που έγινε. Θέλει νάναι και τα δυο  (προφανώς αλληλοσυγκρουόμενα) μαζί. Η ΝΔ παραμένει η γνωστή πελατειακή Δεξιά. Υποστηρίζει ο,τιδήποτε, αλλά και το αντίθετό του όπως έδειξε και η στάση της στο νέο-μακεδονικό ζήτημα. Η πολιτική εικόνα αποκτά τα τελευταία χρόνια πρόσθετα στοιχεία. Εξωθεσμικές δυνάμεις αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που φανερώνουν φιλοδοξίες όχι απλώς έκφρασης ή και άσκησης πίεσης, αλλά υποκατάστασης της δημοκρατικά νομιμοποιημένης λειτουργίας. Αυτό είναι συνέπεια και του κενού που αφήνει η ίδια η πολιτική, όταν τα κόμματα δεν αξιοποιούν τη Βουλή για την ανάδειξη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων επιδιώκοντας την επικράτησή τους κυρίως μέσω ελεγχόμενων μηχανισμών επικοινωνίας. Πρώτα αυτά δηλαδή εκχωρούν ζωτικό τους χώρο. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να αδρανεί ούτε να πολυδιασπάται ξοδεύοντας εθνική ενέργεια για μικροκομματική κεφαλαιοποίηση.

2.  Η Κεντροαριστερά οφείλει να συμβάλλει στην αποκατάσταση της κανονικότητας που χαρακτηρίζει τις λειτουργίες της χώρας σε κάθε προηγμένη δημοκρατία. Να δείξει πως είναι το πρόπλασμα της κοινωνίας που επαγγέλλεται. Αυτό πρακτικά σημαίνει:

* Υπεράσπιση των θεσμικών εκφράσεων και τήρηση των ανοικτών δημοκρατικών διαδικασιών μακριά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και μηχανισμούς.

* Συνεργασία με τα κοινωνικά κινήματα και υποστήριξη κάθε λαικής πρωτοβουλίας που αφορά δικαιώματα πολιτών και ταυτοχρόνως σέβεται το δημόσιο συμφέρον και υπερασπίζεται τα δικαιώματα των άλλων μακριά από συντεχνιακές συμμαχίες.  

* Στρατηγικό σχέδιο για το ρόλο της Ελλάδας στις εξωτερικές σχέσεις και  συμμαχίες της μακριά τόσο από μεγαλοιδεατισμούς όσο και από τον κίνδυνο δορυφοροποίησης της χώρας.

* Ρεαλιστικό πρόγραμμα με απαντήσεις στις τρέχουσες προκλήσεις που το διακρίνει η αλήθεια και η ευθύνη μακριά από το δέος του πολιτικού κόστους και την κατάρτιση ενός καταλόγου ευχών και επιθυμιών χωρίς αντίκρισμα εφαρμογής μόνο και μόνο για εκλογική χρήση.

Οι πολίτες έχουν τον καθοριστικό λόγο. Αρκεί να σκεφθούν ότι η επιλογή τους προσδιορίζει όχι απλώς τους κομματικούς συσχετισμούς αλλά την ίδια τη δική τους ζωή.

3. Η συγκυρία επιβάλλει την εθνική συνεννόηση μέσω της αναζήτησης του κοινού τόπου ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Η χώρα έχει ανάγκη και τις δύο σχολές πολιτικής σκέψης, θα πρόσθετα μάλιστα πως η Αριστερά χρειάζεται τη Δεξιά και το αντίστροφο. Η ηθική του καθήκοντος απέναντι στη χώρα οδηγεί στο δρόμο των συγκλίσεων όλων των δυνάμεων που αυτοδεσμεύονται να υπερασπίζονται τη θέση της χώρας στην Ευρώπη αφ΄ενός και αφ΄ετέρου το συνταγματικό πλαίσιο στο εσωτερικό της. Ταυτοχρόνως, η αντιπαράθεση και διαπάλη μεταξύ των δύο κυρίαρχων ρευμάτων που συγκροτούν και τους κομματικούς πυλώνες της Πολιτείας είναι εξίσου αναγκαία εφόσον αποκτά περιεχόμενο και διακυβεύματα. Μια προοδευτική πολιτική απέναντι στις προτάσεις του νεοφιλελευθερισμού και της αποθέωσης της αγοράς απαιτεί το ευρύτερο δυνατό υποκείμενο με το σύνολο των δυνάμεων που εκφράζουν τις ίδιες βασικές αρχές και δεσμεύονται να τις εφαρμόζουν με μια πολιτική:

* Απέναντι στον εθνικισμό αλλά και τον εθνομηδενισμό.

* Απέναντι στις ολιγομελείς ολιγαρχίες αλλά και τις πολυπληθείς συντεχνίες.

* Απέναντι στην παθητικοποίηση και αδράνεια των πολιτών αλλά και απέναντι στη «δυναμική» παρουσία με όπλο τη βία και την ανομία.

4. Γίνεται δικαίως λόγος για τη μεγάλη πρόκληση της Ελλάδας να υπερβεί την κρίση. Στην ατζέντα της πολιτικής για τη χώρα οι προκλήσεις είναι πολλές. Οι εκάστοτε συνθήκες τις καθιστούν περισσότερο ή λιγότερο επιτακτικές. Η αδυναμία τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης το μόνο που εγγυώνται είναι η παράταση μιας παρένθεσης που θα έπρεπε να είχε κλείσει. Στο συντηρητικό πόλο οι δυνάμεις συντάσσονται με βάση τις δημοσκοπήσεις. Στην άλλη πλευρά, δεδομένης της κυβερνητικής αποτυχίας, η πρόκληση για την Κεντροαριστερά γίνεται μεγαλύτερη. Το Κίνημα Αλλαγής έχει ξεπεράσει και το φόβο της περιθωριοποίησης και τον πειρασμό του κυβερνητισμού. Καλείται να πράξει για τη χώρα αλλά ταυτοχρόνως και για το χώρο γιατί στην εθνική σύγχυση η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι προοδευτική.


Οι πολυπληθείς συγκεντρώσεις για το νεομακεδονικό ζήτημα είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που δηλώνει ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιήθηκαν.

Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα στον ιστότοπο «TheCaller.gr»

Η συμμετοχή σε αυτές ενσωματώνει και περιέχει συναισθήματα και σκέψεις μεγάλης μερίδας των πολιτών για την γενικότερη κατάσταση της χώρας. Η ενεργή παρουσία των πολιτών είναι θετικό μήνυμα, υπό την αυστηρή προϋπόθεση πως είναι ταυτόσημη με το σεβασμό και την προσήλωση στους θεσμούς που διέπουν τη λειτουργία της ελληνικής Πολιτείας. Σε διαφορετική περίπτωση οδηγούμεθα σε διάρρηξη του αποδεκτού θεσμικού πλαισίου της συνύπαρξής μας με τις όποιες διαφορές και τότε ακολουθεί ο διχασμός και ο εμφύλιος.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια μια αντίληψη εμφιλοχωρεί στο δημόσιο λόγο και γοητεύει πολλούς, ότι δηλαδή αυτοί που μας κυβερνούν δεν μας εκπροσωπούν. Είναι μια συνταγή αποδημοκρατισμού, θεσμικής αποδιάρθρωσης και εθνικής μείωσης. Καλλιεργείται η πεποίθηση πως ενώ εκλέγουμε με την αβίαστη ψήφο μας τους πολιτικούς εκπροσώπους μας η άσκηση της πολιτικής εξουσίας θα συντελείται μέσω περιστασιακών πρωτοβουλιών και όχι με βάση ένα εθνικό σχέδιο και εντός των συντεταγμένων κανόνων.

Τότε ο λαϊκισμός και η δημαγωγία υπερισχύουν της ευθύνης και το εθνικό συμφέρον μερικοποιείται. Οι 300 Έλληνες βουλευτές ασφαλώς και δεν είναι οι 300 εξυπνότεροι, εντιμότεροι και ικανότεροι Έλληνες. Διαθέτουν, ωστόσο, αυτοί και μόνο το τεκμήριο της εκλογής και της δημοκρατικής νομιμοποίησής  να αποφασίζουν στο όνομα του λαού με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Γίνεται δύναμη για τη χώρα και αποτελεί όπλο για την πολιτική μια λαϊκή συγκέντρωση που εκφράζει πρωτογενώς τις λαϊκές τάσεις και φιλοδοξεί να ασκήσει μια θεμιτή επιρροή στην ηγεσία προς κάποια κατεύθυνση. Ισχύει το τελείως αντίθετο εάν έστω και ανομολόγητα στόχος της είναι να την υποκαταστήσει ή και να την καταργήσει.

Η τελευταία που επιτρέπεται να παραπονείται (έγινε κι αυτό) είναι η σημερινή κυβέρνηση. Επιχείρησε ατυχώς να συνδέσει τα συλλαλητήρια με περιθωριακές και μειοψηφικές αντιλήψεις. Θυμίζω, όμως, πως είναι αυτή που υπέθαλψε το «Κίνημα των αγανακτισμένων» με την ιαχή «Να καεί η Βουλή» χωρίς μάλιστα τότε να την ενοχλεί η συνύπαρξη των δικών της δυνάμεων με χρυσαυγίτες και παραεκκλησιαστικούς σκοταδιστές. Ευλόγησε τη βία σαν πολιτική μέθοδο και ευνόησε την ανομία και την αντιθεσμική στάση.

Η χώρα δεν είναι ιδιοκτησία μιας κυβέρνησης ή των κομμάτων και η Δημοκρατία δεν είναι προνόμιο για κάποιους και απαγορευμένος καρπός για τους άλλους. Το θέμα είναι αν η εμπειρία των τελευταίων χρόνων μας έκανε σοφότερους. Φοβούμαι πως όχι τόσο  όσο το απαιτούν οι περιστάσεις ενόψει των συνθηκών που διαμορφώνονται στον εθνικό ορίζοντα.

Το νεομακεδονικό ζήτημα γεννήθηκε από το εθνολόγημα περί μακεδονισμού των γειτόνων μας. Ο μακεδονισμός ως εθνική ταυτότητα με ιστορικό και πολιτισμικό περιεχόμενο εννοεί πως ο Μακεδόνας δεν είναι Έλληνας όπως π.χ. ο Πελοποννήσιος αλλά κάτι τελείως διαφορετικό και ξένο προς την Ελλάδα, την ελληνική Ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό. Αυτή η χονδροειδής διαστρέβλωση και ο συνακόλουθος σφετερισμός αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος στη σχέση μας με τους γείτονες. Είναι αληθές πως οι γείτονές μας κατοικούν σε ένα τμήμα της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας και ακόμη πως στο γειτονικό κράτος συνυπάρχουν δύο εθνικές κοινότητες, μία σλαβική και μία αλβανική. Στη βάση αυτής της πραγματικότητας μπορεί να αναζητηθεί η λύση στο πρόβλημα του ονόματος με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις και από όλους προς όλους. Οι γείτονες οφείλουν να δεχθούν πως ο προσδιορισμός Μακεδονία αφορά τον τόπο εκτός αν οι ίδιοι αναγνωρίζουν στον εαυτό τους ρίζα ελληνική που αυτή τους συνδέει με το Φίλιππο και το Μέγα Αλέξανδρο. Ο αλυτρωτισμός των γειτόνων εάν δεν εξαλειφθεί στη βάση του στην πορεία του χρόνου και αναλόγως των εντάσεων ενδεχομένως θα τροφοδοτήσει αλυτρωτισμό αντίστροφης φοράς σε ελληνικούς κύκλους αφού «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική». Αυτά οι ίδιοι κύκλοι τα έλεγαν και για την Κύπρο.

Η κυβέρνηση με τους απολύτως λανθασμένους χειρισμούς της υπέσκαψε τη δυνατότητα μιας επιτυχούς εξέλιξης σε ένα στάσιμο θέμα. Επεδίωξε μια κομματική νίκη μέσω της οποίας θα κεφαλαιοποιούσε πολιτικά οφέλη σε βάρος των αντιπάλων της και κατέληξε και ψήφους να χάνει και να δυσκολεύει έως το όριο τους χειρισμούς της στο θέμα αυτό. Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση που δηλώνει «έτοιμη για λύσεις» απέδειξε για μια ακόμη φορά πως μπορεί να υποστηρίζει οτιδήποτε αλλά και το τελείως αντίθετό του, να συμπεριφέρεται δηλαδή σαν φτερό στον άνεμο. Η στάση της ΝΔ επιβεβαιώνει την παραδοσιακή δεξιά με κυρίαρχη την πελατειακή αντίληψη ακόμη και στα εθνικά θέματα. Η ηγεσία της ΝΔ ας προβληματιστεί τι σημαίνει για την ίδια και την προοπτική που διακηρύσσει πως θέλει να προσδώσει τόσο η απώλεια της ιδεολογικής ηγεμονίας όσο και η ήττα της στο πεδίο των συμβόλων και μάλιστα τόσο γρήγορα και τόσο εύκολα.

Το Κίνημα Αλλαγής, τότε ΠΑΣΟΚ, είναι ίσως το μόνο που τα τελευταία χρόνια έδειξε στην πράξη πως βάζει την Ελλάδα πάνω από το κόμμα. Το έκανε την ώρα που έδινε μάχη απέναντι στο φάσμα της πλήρους χρεοκοπίας με τους αντιπάλους να αναζητούν απλώς δίοδο προς την εξουσία υψώνοντας σημαία ευκαιρίας. Η στάση ευθύνης που χαρακτηρίζει το Κίνημα Αλλαγής για το θέμα αυτό  με νηφάλιο λόγο και υπεύθυνη πρόταση μακάρι να βρει μιμητές.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη αλλά σε μια περιοχή με εύθραυστες ισορροπίες όπου διασταυρώνονται και συγκρούονται δυνάμεις με οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Μια αδιάφορη περιοχή σε καθιστά και σένα χωρίς στρατηγικό ρόλο. Μια περιοχή, όμως, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο γεννά προκλήσεις συχνά περισσότερες από όσες μπορεί να απαντηθούν. Στις ιστορικές εξελίξεις ουδείς θέλει να είναι θύμα, συχνά όμως γίνεται παρά τη θέλησή του, ιδίως όταν η Ιστορία γράφεται ερήμην του.

Αξίζει να έχουμε ενεργό, θα έλεγα πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή μας που βασίζεται στην ειρηνική συνύπαρξη και τη φιλική συνεργασία. Αυτό δεν είναι πάντα αυτονόητο και δεδομένο, αντιθέτως, μάλιστα, οι τριβές εκδηλώνονται μεταξύ γειτόνων. Η Ιστορία έχει δείξει πως καμία χώρα δεν προόδευσε περιστοιχιζόμενη από μεγαλύτερους ή μικρότερους εχθρούς. Οφείλεις, λοιπόν, εφόσον δεν μπορείς να κάνεις τους φίλους σου γείτονες να προσπαθείς να κάνεις τους γείτονές σου φίλους.


Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

1. Τα χρόνια που πέρασαν από τον Ιανουάριο του 2015 είναι λίγα ως ιστορικός χρόνος, είναι, όμως, αρκετά για μια ασφαλή αξιολόγηση αυτής της κυβερνητικής περιόδου. Σε περίοδο κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, το κριτήριο και το ύφος πρέπει να είναι συναρτημένα όχι με την κομματική τοποθέτηση που προσδιορίζει αυτομάτως την υπεράσπιση ή την απόρριψη του κυβερνητικού έργου, αλλά με την εθνική ανάγκη. Η εθνική ανάγκη επιβάλλει συνεννόηση. Ο λόγος για τη συνεννόηση και ενδεχομένως τη σύγκλιση καταντά συνθηματολογικός αν περιορίζεται σε αφορισμούς.

2. Αυτή η περίοδος υπήρξε διδακτική για πολλούς και για πολλά: 

• Για την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη

• Για την αναγκαιότητα θετικών συσχετισμών στο εσωτερικό της χώρας αλλά ιδίως στις διεθνείς συμμαχίες και τις υποχρεώσεις που αυτές συνεπάγονται.

• Για την απόρριψη του λαϊκισμού και της δημαγωγίας που τελικώς έχουν θύμα τον ίδιο το λαό.

Μπορούμε, άραγε, να μιλήσουμε για την ήττα του λαϊκισμού και το τέλος των ψευδαισθήσεων; Ενόψει των πολιτικών εξελίξεων, οψέποτε προκύψουν, οι πολίτες οφείλουν να σταθμίσουν τις επιλογές τους με τη σοφία του μέλλοντος και όχι με την απλουστευτική εμπειρία του παρόντος. Σε διαφορετική περίπτωση, ο φαύλος κύκλος θα διαιωνίζεται.

3. Η κυβέρνηση υπονόμευσε από τη γέννησή της κιόλας την ευοίωνη προοπτική της για τους εξής, κυρίως, λόγους:

• Η επιχειρηματολογία της ήταν και παραμένει ισοπεδωτική και καταγγελτική και όχι λόγος ρεαλιστικής πρότασης για μια αλλαγή προς το καλύτερο.

• Η ετερόκλητη κυβερνητική σύμπραξη αποκάλυψε την έμφαση στην κατάληψη και διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας ασχέτως χρώματος πολιτικής και προσήμου θέσεων.

Τούτων δοθέντων, οδηγήθηκε σε ιδεολογική απογύμνωση, προγραμματικό κενό και διαχειριστικό αδιέξοδο. Έτσι, η παρούσα κυβέρνηση εκ των πραγμάτων: 

• Εμφανίζει τη μεγαλύτερη διάσταση προεκλογικών εξαγγελιών και κυβερνητικής πρακτικής σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη μετά το 1974.

• Διαθέτει την ασθενέστερη πολιτική επιχειρηματολογία στην προσπάθεια υπεράσπισης του έργου της. Η εικόνα των στελεχών της συμπολίτευσης που δηλώνουν πως αναγκάζονται να εφαρμόζουν αυτήν την πολιτική χωρίς να το θέλουν όπως και ο ισχυρισμός ότι η αιτία βρίσκεται συλλήβδην στην προ του ΣΥΡΙΖΑ μεταπολίτευση είναι φαιδρή και γι’ αυτό καθόλου πειστική. Γιατί, βεβαίως, ουδείς επιχαίρει-ούτε οι προηγούμενοι- όταν οι συνθήκες επιβάλλουν πολιτικές μονοδρόμου, όσο δε για τη μεταπολίτευση μπορεί να εκτιμηθεί πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο πρωταγωνιστής της μεταπολιτευτικής πολιτικής περιόδου το πιο πιθανό είναι η Ελλάδα να βρισκόταν στο διεθνές περιθώριο. 

• Δυσφορεί για την κριτική που της ασκείται δαπανώντας πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο σε μια τριτοκοσμικού τύπου αντιπαράθεση. Ως αντιπολίτευση έσπειρε ανέμους και ως κυβέρνηση θερίζει θύελλες. Οι χαρακτηρισμοί περί Πινοσέτ και Τσολάκογλου καθώς και η χρήση βίας ως πολιτικού εργαλείου επιστρέφουν και εκδικούνται τους εμπνευστές τους.

• Ηττήθηκε από τη μνημονιακή ατζέντα χωρίς να προσθέσει τη δική της νέα πολιτική. Ακόμη και η θέσπιση της απλής αναλογικής χωρίς ιδίως την κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών έγινε με όρους τακτικής και όχι αρχών.

• Αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τα στοιχεία δημοσιονομικής σταθεροποίησης παγιδευμένη στη δική της πρακτική, όταν οι καθ’ υπαγόρευση Αγανακτισμένοι ζητούσαν να καεί η Βουλή και τα πλεονάσματα των προηγούμενων περιόδων χαρακτηρίζονταν προϊόντα απομύζησης του αίματος του λαού.

• Επιλέγει να μιλά για τους δείκτες της οικονομίας διαχωρίζοντας τη χώρα από τους πολίτες που βιώνουν την πρωτοφανή κρίση στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε, η λήξη του μνημονίου θα είχε συντελεστεί εδώ και κάποια χρόνια αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε τη στάση ευθύνης που απαιτεί σήμερα από τους άλλους.

4. Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να αναχαιτίσει το κλίμα πόλωσης που τεχνηέντως καλλιεργούν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση. Στο επικείμενο Συνέδριο ορίζουμε με σαφήνεια αφενός το διακύβευμα για την ανταγωνιστική Ελλάδα και αφετέρου το πεδίο σύγκλισης του ευρύτερου δυνατού μετώπου δυνάμεων εντός και εκτός πολιτικής ώστε το εθνικό διακύβευμα να απαντηθεί υπέρ των συμφερόντων της χώρας και του ελληνικού λαού ταυτοχρόνως.


ΕΝΑ ΝΕΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΕΥΘΥΝΗΣ

Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» (1η Ιανουαρίου 2018)

1. Το ερώτημα αν χρειαζόταν το πρώτο μνημόνιο απαντήθηκε όχι μία, αλλά δύο φορές. Την πρώτη απάντηση της αναγκαιότητας του έδωσαν οι αρνητικές επιδόσεις, κυρίως της περιόδου 2004-2009 με το διπλό έλλειμμα δημοσιονομικό και ισοζυγίου να κινούνται στην περιοχή του 15% του ΑΕΠ! θέτοντας την Ελλάδα εκτός αγορών. Τη δεύτερη απάντηση έδωσαν καθένας χωριστά με διαφορά φάσης οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας υπογράφοντας το δεύτερο και τρίτο μνημόνιο αντιστοίχως και επιχειρηματολογώντας υπέρ της επιλογής τους ως μονόδρομου. Μπορεί αντιθέτως να εκτιμηθεί πως αυτά τα μνημόνια θα είχαν αποφευχθεί, αν σύσσωμη η τότε αντιπολίτευση δεν υπονόμευε την εφαρμογή του πρώτου παραπλανώντας τους πολίτες πως υπάρχει εναλλακτική λύση. Από τους «αγανακτισμένους», τις ιαχές «να καεί η Βουλή» και την άσκηση βίας φθάσαμε στην από κοινού ψήφιση του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015. Στην απόσταση που διανύσαμε μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις άλλαξαν, αλλά η κρίση μένει!

2. Σήμερα κυριαρχεί η συζήτηση για την έξοδο από το τρέχον μνημόνιο και την πορεία της χώρας την επόμενη ημέρα. Αξίζει να αποσαφηνισθούν δύο σημεία:

α. Ο στόχος της εξόδου μας στις αγορές είναι και επιθυμητός στόχος των εταίρων, αντιθέτως προς την συνομωσιολογική αντίληψη που πρεσβεύει πως επιδιώκουν να μας κρατούν σε μνημόνιο για να μας διαφεντεύουν. 

β. Εξοδος από το μνημόνιο δεν σημαίνει και έξοδο από την κρίση, ούτε την αυτόματη επιτήρηση. Μετά την έξοδο ακόμη και στην πιο «καθαρή» εκδοχή της, δηλαδή χωρίς την πρόβλεψη πιστοληπτικής γραμμής, η Ελλάδα θα βρίσκεται υπό τη διαρκή αξιολόγηση των αγορών που είναι οι νέοι δανειστές της. Τα ζητούμενα δάνεια και το κόστος πληρωμής τους θα συναρτώνται με την πολιτική κατεύθυνση της χώρας, με το αν προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και καθιστούν την Ελλάδα ανταγωνιστική. Η τρέχουσα θριαμβολογία για την έξοδο αν δεν συνοδευθεί από την εγγυημένη εφαρμογή ενός αξιόπιστου προγράμματος θα έχει ως συνέπεια τη συντήρηση της κρίσης και τη σταδιακή όξυνση της, για να επιβεβαιωθεί πως στην Ελλάδα συχνά πανηγυρίζουμε πρόωρα και θρηνούμε καθυστερημένα. Το επίπεδο αναφοράς της Ελλάδας σε κρίσιμους τομείς είναι ένα αυτονόητο σήμα κινδύνου. Η καθήλωση της χώρας σε αυτές τις επιδόσεις συνεπάγεται είτε διολίσθηση εκτός ευρώ είτε προσφυγή σε νέα δανειακή σύμβαση (μνημόνιο). Οι αγορές είναι αδυσώπητες, καιροφυλακτούν και αν αντιληφθούν πως επιλέγουμε τη στασιμότητα θα επιδοθούν σε κερδοσκοπικές επιθέσεις σε βάρος μας, αντί να επενδύουν τα κεφάλαια τους. Όλες οι χώρες μηδέ της Γερμανίας εξαιρουμένης, υπάγονται σε αυτή την αθέσμιτη, αλλά αυτόματη επιτήρηση. Είναι μύθος πως η έξοδος «λύνει» τα χέρια της Κυβέρνησης (όποια και αν είναι). Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένους στόχους. Για την επίτευξη τους έχει ελευθερία κινήσεων να καταρτίσει το δικό της μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Αυτή την ελευθερία κινήσεων τη διέθετε και μέχρι τώρα. Είναι όμως σαφές πως δεν είναι αποδεκτή η απόκλιση από τους στόχους. 

3. Η Ελλάδα στο δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας κατέχει την 87η θέση μεταξύ 137 χωρών και την τελευταία θέση στην Ε.Ε. Είναι 109η όσον αφορά την ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και 129η (στις 137, θυμίζω, χώρες) όσον αφορά τη σχέση της παιδείας με την παραγωγή στο τομέα έρευνας και καινοτομίας. Αυτό το παράδειγμα δεν είναι το μοναδικό, όλα όμως αποκαλύπτουν την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθούμε. Ταυτοχρόνως δίνουν και μια αποστομωτική απάντηση στους κήρυκες της νέας «εθνικής απελευθέρωσης» αν αντιλαμβάνονται την έξοδο όχι ως έναυσμα να κολυμπήσουμε στα βαθειά, αλλά σαν επιστροφή στη ξαπλώστρα της παραλίας!

Εθνικό καθήκον είναι η ειλικρινής συζήτηση για το μέλλον της χώρας και η ομόθυμη συμβολή στην προώθηση των αναγκαίων αλλαγών. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% μέχρι το 2022. Ανάπτυξη που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση και πλεόνασμα που προκύπτει κυρίως από υπερφορολόγηση δεν έχουν βιώσιμη προοπτική. Απαιτείται μια νέα εθνική συνθήκη δεσμευτική για όλους, ένα σύμφωνο ευθύνης των δημιουργικών δυνάμεων εντός και εκτός πολιτικής. Το περιεχόμενο μπορεί να περιλάβει δέκα προτεραιότητες – αλλαγές με βάση τη διεθνή εμπειρία αφ’ενός και τις προφανείς δυνατότητες της χώρας αφ’ετέρου. Πρόκειται για την επανάσταση του αυτονόητου, που όμως προυποθέτει να πάψουμε να το θεωρούμε αδιανόητο η ακατανόητο. 


Ο λαός να νικήσει τον λαϊκισμό

Αρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ», την Κυριακή 10.12.2017


1. Η αυτονομία του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ θα καθορίσει την προοπτική του. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια ακόμη ΝΔ ούτε έναν ακόμη ΣΥΡΙΖΑ αλλά ένα Κίνημα Αλλαγής που ενσωματώνει τις καλύτερες παραδόσεις και διαθέτει τις ανάλογες προτάσεις για το μέλλον. Οι περιστάσεις δεν ζητούν δυνάμεις για την αλλαγή του διαχειριστή της εξουσίας αλλά για την αλλαγή της ίδιας της εξουσίας.

Η προοδευτική πολιτική είναι μία διαρκής ανάγκη, ένα δυναμικό αίτημα που γεννά νέες, εκκρεμείς απαντήσεις και όχι ένα κλειστό σύστημα που ολοκληρώνεται και μπορεί να παραμείνει ως έχει. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι χρήσιμες για τη χώρα αποτελούν και το πεδίο ανάπτυξης της Κεντροαριστεράς που, όμως, πρέπει να πείσει ότι είναι δύναμη αλλαγής για να μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα.

2. Οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς που συγκροτούν το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ γνωρίζουν πως η αλλαγή της χώρας δεν συντελείται ούτε σε κενό ιστορικής συνείδησης ούτε με κανόνες πολιτικού αποχρωματισμού. Η παράδοση της παράταξης είναι συνυφασμένη με τις πιο θετικές πλευρές της μεταπολίτευσης όταν με νόμους, θεσμούς, υποδομές και δράσεις διαμόρφωσε το πλέον θετικό κεκτημένο που είχε η χώρα από συστάσεως ελληνικού κράτους. Το πρόγραμμα ΕΛΛΑΔΑ που ψηφίστηκε στο Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης το καλοκαίρι με τις επικείμενες προγραμματικές επεξεργασίες αφορούν όχι απλώς τη μεταμνημονιακή Ελλάδα αλλά την Ελλάδα των αλλαγών που την οδηγούν με ασφάλεια και τελεσίδικα εκτός της κρίσης και ενδεχόμενων νέων μνημονίων. 

3. Το Κίνημα Αλλαγής σε αυτή τη φάση οφείλει να αναπτύξει ταυτοχρόνως τρεις διακριτές πρωτοβουλίες: 

α. Να υπερασπιστεί την ιστορία και το έργο της παράταξης. Αν αυτό ως χθες ήταν δύσκολο λόγω της δημαγωγικής στάσης της αντιπολίτευσης, σήμερα είναι αναγκαία συνθήκη αλήθειας για τη συνέχεια. Ως χθες, ο λαός σύγκρινε την αλήθεια των έργων μας με το ψέμα των λόγων τους. Τώρα καθένας μπορεί να συγκρίνει όχι πράξεις με λόγια αλλά πράξεις με πράξεις. Ας αναδείξουμε το θετικό έργο μας καλώντας τις άλλες δυνάμεις να αντιπαραθέσουν τα δικά τους ισοδύναμα.

β. Να αναλάβει πρωτοβουλίες συνεννόησης των δημιουργικών δυνάμεων εντός και εκτός κομματικού συστήματος σε δύο κατευθύνσεις: αφ΄ενός για τη στήριξη ενός προγράμματος που θα αλλάξει την Ελλάδα έως το 2021 --όταν συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Επανάσταση- και αφ΄ετέρου για τη διαμόρφωση πλαισίου εθνικής διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, όχι μόνο για την απομείωση του χρέους αλλά και για αλλαγή της ευρωπαικής νομοθεσίας σε κρίσιμους τομείς, αφού η υφιστάμενη αρχιτεκτονική του ευρώ ανανεώνει τις ανισότητες μεταξύ των χωρών της Ευρωπαικής ΄Ενωσης.

γ. Προυπόθεση για τα παραπάνω είναι η πειστική ταυτοποίηση της προοδευτικής παράταξης με την αξία της Αλλαγής και η εμπέδωση της ανάγκης γι΄αυτήν στη συνείδηση κάθε πολίτη. Μόνο η θεμελίωση σε αξιακό υπόβαθρο επιτρέπει την ανάδειξη της παράταξης σε πλειοψηφικό ρεύμα. Αλλαγή είναι η αλήθεια, η αίσθηση ευθύνης, η συνεννόηση, οι δημοκρατικές ρήξεις, η υπεράσπιση των αξιών. Εντέλει, αλλαγή είναι το αυτονόητο.

4. Το Κίνημα Αλλαγής είναι κίνημα προοδευτικών πολιτών. Αντί οι ΄Ελληνες πολίτες να εκφράζουν την απογοήτευσή τους και να απέχουν από τα κοινά χαρίζοντας ζωτικό χώρο σε ολιγαρχίες κάθε μορφής, οφείλουν να αλλάξουν τους όρους του «πολιτικού παιχνιδιού» και να καθορίσουν με την δική τους παρουσία τις εξελίξεις. Διαφορετικά, δεν θα τους προσφέρει κάποιος άλλος τη δική τους νίκη. ΄Οπως αποδείχθηκε, αυτό είναι η νίκη του λαικισμού, και όχι του λαού. 


Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα για την FM Voice, την Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017


1. Η επόμενη ημέρα της Κεντροαριστεράς θα υπάρξει ως ευοίωνη προοπτική εάν συνδεθεί με την αισιόδοξη επόμενη ημέρα της χώρας. Αν, δηλαδή, υπερβεί τον ορίζοντα των κομματικών χαρακωμάτων και με συντεταγμένες δυνάμεις και αρθρωμένο λόγο δείξει το δρόμο για την επόμενη ημέρα μετά το τρίτο μνημόνιο. Αντιθέτως, εάν περιοριστεί στην εσωστρεφή διαδικασιολογία και τη διευθέτηση προσωπικών ρόλων, τότε θα παραμείνει καθηλωμένη, αδύναμη να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και, πολύ περισσότερο, να τις επηρεάσει.

2. Ασφαλώς, η συγκρότηση οργάνων και η επεξεργασία προγραμματικών θέσεων είναι στοιχειώδης προυπόθεση για μια λειτουργική-παρεμβατική προοδευτική παράταξη. Η εμπειρία και η γνώση είναι πλούσια στο χώρο αυτό και διευκολύνει στο να αποκτήσει η παράταξη ένα σύγχρονο διακριτό και πειστικό πρόσωπο. Με δύο προυποθέσεις: α. Την επανασύνδεση της παράταξης με την κοινωνική της βάση, την πληγείσα μεσαία τάξη, αλλά και τα νέα, ανερχόμενα στρώματα που, παρά την κρίση, καινοτομούν και δημιουργούν. β. Την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων με βάση τις ανάγκες της χώρας και όχι την ψηφοθηρία και τις φιλοδοξίες των στελεχών.

3. Η επικείμενη αξιολόγηση και η θετική έκβασή της οδηγούν στην τελική φάση εξόδου από το τρίτο μνημόνιο. Η εξέλιξη αυτή που, όπως αναμένεται, θα γίνει αντικείμενο κούφιας θριαμβολογίας, δεν σημαίνει απαραιτήτως και την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση ώστε να μην κινδυνεύσει ξανά να προσφύγει σε μνημονιακές συμβάσεις. Οι απαιτούμενες αλλαγές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκκρεμείς και αποτελούν ένα ανυπέρβλητο ζητούμενο, αν πράγματι θέλουμε η Ελλάδα να συγκρίνεται επί ίσοις όροις με τους εταίρους της. ΄Οσο κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σκιαμαχούν για την αλλαγή ή μη της κυβέρνησης και την κατοχή της εξουσίας, η Κεντροαριστερά οφείλει να αναδείξει τα αναγκαία βήματα για την οριστική αλλαγή της χώρας. Για την Ελλάδα, όχι απλώς μετά το μνημόνιο, αλλά μετά την κρίση. Αυτή είναι και η σημαία της παράταξης που έχει αποδείξει ότι μπροστά στην εθνική πρόκληση προτάσσει το γενικό συμφέρον και όχι το πολιτικό κόστος. Η κριτική μας για τη μέχρι τώρα στάση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της ΝΔ στηρίζεται σε δύο πυλώνες: αφενός στον τρόπο που πολιτεύθηκαν με συνέπεια η χώρα αντί να κλείσει γρήγορα τη μνημονιακή παρένθεση, να παραδέρνει από μνημόνιο σε μνημόνιο -γιατί ο κύριος Σαμαράς και ο κύριος Τσίπρας επέλεξαν μικροκομματική στρατηγική αντί της εθνικής συνεννόησης όπως έγινε σε άλλες χώρες την αντίστοιχη περίοδο- αφετέρου στην αποκαλυπτόμενη αδυναμία τους να καταστήσουν τη χώρα αξιόπιστη, την οικονομία παραγωγική και ανταγωνιστική και την κοινωνία συνεκτική. Επιδίδονται σε ασκήσεις επικράτησης αδιαφορώντας ακόμη και αν διχάζουν το λαό και «μικραίνουν» τη χώρα.

4. Η Κεντροαριστερά στην πορεία προς το Συνέδριό της έχει μόνο μία επιλογή, αυτή που βασίζεται στην αλήθεια και την ευθύνη. Οφείλει να αξιοποιήσει το θετικό έργο της εξοβελίζοντας λάθη και αδυναμίες του παρελθόντος και να τολμήσει να μιλήσει  για το αύριο της χώρας και όχι τα εκλογικά ποσοστά. Να περιγράψει με ακρίβεια την πορεία για την παραγωγική ανασυγκρότηση με διαρθρωτικές αλλαγές που γεννούν πλούτο και με πολιτειακούς θεσμούς που διασφαλίζουν τη δίκαιη κατανομή του, καθιστώντας ισχυρή τη δημοκρατία και αναδεικνύοντας την Ελλάδα σε θετικό πρότυπο. Η Κεντροαριστερά πέτυχε όταν δεν ήταν αυτοαναφορική και η χώρα διακρίθηκε όταν άνοιξε τους ορίζοντές της στον κόσμο. Η απαλλαγή από το εθνικό χαρακίρι της δημαγωγίας και τη ναρκισσιστική ομφαλοσκόπηση είναι το στοίχημα που έχει η χώρα μπροστά της. Αυτό είναι το στοίχημα που οφείλει να κερδίσει και η Κεντροαριστερά γιατί η επόμενη μέρα της ταυτίζεται με την επόμενη μέρα της Ελλάδας. Είναι δύο στοιχήματα σε ένα.


Ομιλίες και συνεντεύξεις

You need Flash player 6+ and JavaScript enabled to view this video.

Playlist: 0 | 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 | 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 | 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 | 28 | 29 | 30 | 31 | 32 | 33 | 34 | 35 | 36 | 37 | 38 | 39 | 40 | 41 | 42 | 43 | 44 | 45 | 46 | 47 | 48 | 49 | 50 | 51 | 52 | 53 | 54 | 55 | 56 | 57 | 58 | 59 | 60 | 61 | 62 | 63 | 64 | 65 | 66 | 67 | 68 | 69 | 70 | 71 | 72 | 73 | 74 | 75 | 76 | 77 | 78 | 79 | 80 | 81 | 82 | 83 | 84 | 85 | 86 | 87 | 88

Θεσμοί