Η ομιλία του Δημήτρη Ρέππα στο Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, την Κυριακή 2 Ιουλίου 2017, έγινε χωρίς κείμενο. Δείτε το σχετικό video:


1. Στο «γλωσσάρι» της πολιτικής ανήκουν λέξεις που διεκδικούν την επίσημη είσοδό τους στο λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Κυβερνησιμότητα: η δυνατότητα να κυβερνάται μια χώρα σταθερά και αποτελεσματικά. Κυβερνητισμός: η προσήλωση στην κατοχή της εξουσίας εν ονόματι του αξιώματος και όχι απαραιτήτως των διακηρυγμένων αξιών.

Η κυβερνησιμότητα είναι πολιτικό αγαθό εφόσον είναι συναρτημένη με ηθικούς και ιδεολογικούς κανόνες, έχει χρώμα και κατεύθυνση. Ξεκινά από την κυρίαρχη αντίθεση και απαντά στο διακύβευμα που αυτή συνεπάγεται. Αλλιώς καταντά ένα πουκάμισο αδειανό, αφού ως γνωστόν, αν δεν σε ενδιαφέρει πού θα πας όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί. Η κυβερνησιμότητα έχει με τον κυβερνητισμό την ίδια σχέση που έχει η λαϊκότητα με τον λαϊκισμό, που προσποιείται το λαϊκό ενώ δεν είναι.

2. Η διεκτραγώδηση του κινδύνου πολιτικής αστάθειας και η θεαματική επίκληση των εθνικών αναγκών υποκρύπτουν συχνά δράση εξωθεσμικών «μαγειρείων» σε συνδυασμό με την ακόρεστη «δίψα και πείνα» των ανθρώπων για εξουσία. Ο εκλογικός ορίζοντας δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο κοντινός από το τελευταίο τρίμηνο του 2018. Ισως μάλιστα να 'ναι και πιο μακρινός κατά ένα εξάμηνο - Ιούνιος 2019.

Η συζήτηση όμως για τη διαμόρφωση κλίματος σχηματισμού κυβέρνησης με κορμό τη Ν.Δ. έχει αρχίσει. Τα δημοσκοπικά ευρήματα και η θέσπιση της απλής αναλογικής αποτελούν το υπόστρωμα για εκτιμήσεις με τις συνακόλουθες παραινέσεις. Ο πολιτικός χώρος που άλλοτε κάλυπτε το ΠΑΣΟΚ εμπλέκεται από πολλούς ως ο προνομιακός εταίρος σε μια τέτοια συμμαχία. Η έξαρση της «κεντρολογίας» κατατείνει σ’ αυτό, προσφέροντας τη δικαιολογητική βάση της δήθεν συγγένειας των δυνάμεων, αν και το Κέντρο είναι ο ιστορικός αντίπαλος της Δεξιάς στην Ελλάδα, λόγω παρανομίας της Αριστεράς.

Ειδικώς η ΔΗΣΥ, αν παγιδευτεί σ' αυτό το ερώτημα, θα 'ναι σαν να αποδέχεται ότι ο ρόλος της είναι συμπληρωματικός και μάλιστα στον αντίποδα του στόχου για πρωταγωνιστική παρουσία των Σοσιαλιστών και της Κεντροαριστεράς στον προοδευτικό πόλο της πολιτικής ζωής. Τις απαντήσεις στο αίτημα κυβερνησιμότητας καλούνται να δώσουν τα κόμματα κατά τη σειρά της δύναμής τους. Οταν ο πρώτος σιωπά, όταν ο δεύτερος σιωπά, είναι άηθες να εγκαλείται ο επόμενος.

Στην τρέχουσα περίοδο, θα 'λεγα μάλιστα ότι κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση έχουν περισσότερα κοινά σημεία στην πολιτική αντίληψη και πρακτική τους. Η συγκυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛΛ. καθώς και η σύμπνοια με την καραμανλική Δεξιά σε ζωτικές σφαίρες της δημόσιας ζωής φανερώνουν πως η σύγκλιση των δύο κομμάτων εμποδίζεται μόνο από το ποιος θα έχει τα κυβερνητικά πρωτεία.

Η πρόσκληση στα κόμματα να επιδείξουν εθνική ευθύνη αφορά εξίσου όλους. Αλλωστε η εθνική συνεννόηση αγκαλιάζει δυνάμεις πέραν της Βουλής, με στρατηγικό ρόλο και επιρροή στην κοινωνία. Μπορεί να πάρει διάφορες μορφές που προωθούν το εθνικό εγχείρημα, αλλά μαζί επιβεβαιώνουν την αυτονομία της πολιτικής και των κομμάτων. Δεν είναι το κοινό σχήμα για όλους και για όλα που χρειάζεται, αλλά η κοινή πολιτική για τα εθνικώς ανελαστικά.

Στον κοινοβουλευτισμό υπάρχει κυβέρνηση, αλλά υπάρχει και αντιπολίτευση. Γιατί όσο η εθνική πρόκληση οδηγεί σε ταυτίσεις, άλλο τόσο η δημοκρατική λειτουργία πιστοποιείται από το διαφορετικό. Αυτό είναι που προσφέρει στον πολίτη εναλλακτικές για να έχει η κυβερνησιμότητα βάθος με άξονα την πολιτική και όχι τα πρόσωπα, που όταν την αποχρωματίζουν τη μετατρέπουν σε πεδίο κυβερνητισμού.

 

* Άρθρο Δημήτρη Ρέππα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (26 Ιουνίου 2017)

Το «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» παραμένει επίκαιρο. Η αποτυχία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και το έλλειμμα  της ΝΔ το επιβεβαιώνουν. Αγωνίζονται και οι δύο για την αλλαγή ή όχι της κυβέρνησης ενώ το αίτημα είναι η αλλαγή της χώρας. Με τη χώρα δεν πείθουν ότι θα ασχοληθούν όποιοι την υπήγαγαν στον κομματικό σχεδιασμό τους και διαχειρίσθηκαν τα προβλήματά της όχι με ενδιαφέρον να συμβάλλουν στη λύση τους αλλά με ψηφοθηρική βουλιμία για να κερδίσουν την εξουσία.

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ  για να πείσει ότι είναι  δύναμη Αλλαγής στη χώρα, οφείλει να κάνει τρία στρατηγικά βήματα.

α) Να αποσαφηνίσει το ιδεολογικό στίγμα  και τη φυσική θέση της στο κομματικό διάγραμμα, δηλαδή να πείσει ότι είναι δύναμη που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο και όχι συμπληρωματικό στον προοδευτικό πόλο της πολιτικής απέναντι στο συντηρητικό και τη ΝΔ.

β) Να  συγκεκριμενοποιήσει το όραμα  για την Ελλάδα, δηλαδή να προτείνει τα μεταρρυθμιστικά ισοδύναμα αυτής της περιόδου σε συνέχεια  των διαρθρωτικών αλλαγών στις οποίες πρωτοστάτησε  διαμορφώνοντας το νεοελληνικό κεκτημένο.

γ) Να λειτουργήσει ως κίνημα βάσης, ανοικτό και συμμετοχικό αφυπνίζοντας το ιδρυτικό DNA του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή  να ανανεώσει τους δεσμούς της με τα δυναμικά στρώματα της κοινωνίας και ιδίως τη νέα γενιά.

Διαφορετικά, η ΔΗ.ΣΥ. θα αρκείται στο ρόλο του «χρήσιμου δεύτερου» που ετεροπροσδιορίζεται συνεχώς από τις ανάγκες του εκάστοτε πρώτου για να καταλήξει χωρίς ταυτότητα και τελικώς να είναι  όλο και λιγότερο επιλέξιμη  από τους δημοκράτες-σοσιαλιστές ως έπαλξη των ιδεών τους.

Το Συνέδριο αφορά  πρωτίστως τη χώρα. Το να δηλώνουμε ότι είμαστε στην υπηρεσία της χώρας δεν την  βοηθά, αν δεν έχουμε προσδώσει περιεχόμενο στο φορτίο που κουβαλάμε και κατεύθυνση στην  πορεία που ακολουθούμε .Αλλιώς  η ανατολή της ΔΗ.ΣΥ. θα απέχει λίγο από τη δύση  της.

* Άρθρο Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα Real News (Κυριακή 25 Ιουνίου 2017)

 

Η καταφανής υποχώρηση έως εξάλειψη του διπόλου «Μνημόνιο-αντιμνημόνιο» φανερώνει πως δεν επρόκειτο για πραγματικό δίλημμα αλλά για επικοινωνιακό κατασκεύασμα. Η αντιμετώπιση του φάσματος της χρεοκοπίας με το πρώτο μνημόνιο και η επανεκκίνηση της χώρας με τις αναγκαίες αλλαγές ήταν μονόδρομος. Αν η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου-ΠΑΣΟΚ είχε αφεθεί να ολοκληρώσει το έργο της ως τα τέλη 2013, δεν θα ήταν αναγκαία η προσφυγή στα επόμενα μνημόνια αλλά τότε δεν θα δημιουργούνταν προϋποθέσεις για να γίνει κυβέρνηση η ΝΔ και μετέπειτα ο ΣΥΡΙΖΑ. Εν ολίγοις, αντίθετα με το πρώτο, τα επόμενα μνημόνια δεν ήταν μονόδρομος αλλά η επιδιωκόμενη δίοδος για τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία την οποία διαχειρίσθηκαν όχι με εθνική στρατηγική αλλά με κομματική τυφλότητα.

Η αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που βαδίζει από ήττα σε ήττα διατηρώντας αμείωτο τον ενθουσιασμό της και η στείρα φιλοδοξία παλινόρθωσης της ΝΔ που επιδιώκει όχι να αλλάξει η κατάσταση, αλλά απλώς η κυβέρνηση, διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο εθνικό κενό. Απέναντι σε αυτό, η Κεντροαριστερά οφείλει το καινό. Αυτό που μεταθέτει το στόχο από την τυπική έξοδο από το μνημόνιο με κινήσεις τακτικής έναντι των δανειστών, στην ασφαλή και οριστική έξοδο από την κρίση με διόρθωση των παθογενειών ώστε να μην χρειασθεί ποτέ ξανά στο μέλλον η προσφυγή σε τέτοιες δανειακές συμβάσεις.

Η προοδευτική παράταξη που δεν κάμφθηκε από το δέος του πολιτικού κόστους καταπνίγοντας το βασικό ένστικτο του κομματισμού, δηλαδή την ψηφοθηρία και τον πελατειακή σχέση, αποκόπηκε εκλογικά από τη βάση της. Μπορεί να συναντηθεί ξανά μαζί της στο πλαίσιο μιας πρότασης για το εθνικό διακύβευμα που αντανακλά και τις απογοητεύσεις, τις αγωνίες και κυρίως τις προσδοκίες των πολιτών. Η εσωστρεφής διαδικασιολογία για τη διευθέτηση φιλοδοξιών και ρόλων δεν συγκινεί τους πολίτες. Ούτε ο οργανωτισμός λύνει το ιδεολογικό και προγραμματικό ερώτημα. Οι πολίτες ενδιαφέρονται λιγότερο αν ο πολιτικός φορέας είναι μονοκομματικός ή πολυκομματικός. Ο πολυκομματικός, μάλιστα, χαρακτήρας σε αυτή τη φάση αναπληρώνει την πολυσυλλεκτικότητα του άλλοτε ΠΑΣΟΚ. Οι πολίτες θέλουν να είναι ΜΑΖΙ, σύμμαχες και όχι αντίπαλες οι δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού και να διαθέτουν σαφές ιδεολογικό στίγμα και ισχυρό κοινό προγραμματικό τόπο. Το χάσμα ανάμεσα στην περιορισμένη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και την κυρίαρχη παρουσία των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς στους κοινωνικούς χώρους και την αυτοδιοίκηση μπορεί να κλείσει με δύο βασικές προϋποθέσεις

α)την ανάδειξή της σε δύναμη με αξιόπιστο σχέδιο για την Ελλάδα της παραγωγής, της απασχόλησης, της συνοχής και της Δημοκρατίας (όπου το ένα οδηγεί στο άλλο), ως συνεισφορά στο εθνικό ζήτημα

β) την αποσαφήνιση της αμετακίνητης θέσης της στον προοδευτικό πόλο της πολιτικής απέναντι στο συντηρητικό του οποίου ηγείται η Ν.Δ. με την ταυτόχρονη θεμιτή διεκδίκηση του ρόλου του βασικού εκφραστή του και όχι του συμπληρωματικού εταίρου.

Μια ισχυρή Κεντροαριστερά είναι ο καταλύτης για μια συνεννόηση που ξεπερνά τον διακομματικό ορίζοντα και αποκαθιστά την πολιτική, αναβαθμίζοντάς την από εργαλείο κομματικής διαπάλης σε πρώτη ύλη για ένα εθνικό σύμφωνο ευθύνης που συνέχει τις δυνάμεις πέραν του κοινοβουλίου στους θεσμούς, τη διανόηση, το συνδικαλισμό, την επιχειρηματικότητα και τα μέσα ενημέρωσης εφόσον καθένας μόνος του και όλοι μαζί προτάσσουν το εθνικό συμφέρον.

 

* άρθρο Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» (Κυριακή 11 Ιουνίου 2017)

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί προσκεκλημένοι, εκπρόσωποι πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών φορέων,

αγαπητέ Πρόεδρε, συντρόφισσες και σύντροφοι.

Η Γ’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Κινήματός μας οριοθετεί δύο περιόδους. Μια περίοδο έμπρακτης ευθύνης και αγώνα για τη χώρα σε μια ιστορική καμπή μαζί με την απόφασή μας να συνεχίσουμε με το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών το δύσκολο δρόμο έχοντας διαρκές μέτωπο πάλης απέναντι σε κάθε είδους μικρά και μεγάλα κατεστημένα που με την ιδιοτέλεια, τη δημαγωγία και το λαϊκισμό μικραίνουν τη χώρα. Και μια περίοδο, αυτή που ξεκινά με τη Συνδιάσκεψη. Θάμαστε καλύτερα εξοπλισμένοι, με χρήσιμες προτάσεις και μαζί ατόφιο το όραμά μας για μια Ελλάδα αξιών, δημιουργίας και δικαιοσύνης.

2

Αξίζει κάθε τιμή που συνοδεύεται από το ευχαριστώ όλων μας στους προοδευτικούς πολίτες που παρά τις αντιξοότητες παραμένουν στις επάλξεις των σοσιαλιστικών ιδεών και δίνουμε μαζί τον αγώνα.

Ευχαριστούμε όλους όσοι εργάστηκαν για την πραγματοποίηση και την επιτυχία αυτής της Συνδιάσκεψης και ευχόμαστε και πιστεύουμε σε μία ακόμη καλύτερη συνέχεια. Γιατί το ποιοτικό άλμα που κάνουμε σήμερα δεν είναι δικαίωση για ό,τι προηγήθηκε αλλά υποχρέωση γι’ αυτό που πρέπει να ακολουθήσει. Έχουμε επίγνωση των ατελειών και των προβλημάτων που εκδηλώνονται και σήμερα στο ΚΙΝΗΜΑ μας. Μιλάμε γι’αυτά, αλλά από την κριτική επιλέγουμε την πρόταση και από τις απαισιόδοξες λέξεις τις αισιόδοξες πράξεις, γιατί ο αγώνας φέρνει τις λύσεις.

3

Ένα πολιτικό κόμμα συγκυριακά μεν κρίνεται από τις αριθμητικές επιδόσεις του, ιστορικά όμως αξιολογείται σύμφωνα με το βαθμό υπεράσπισης αξιών και αρχών σε στιγμές κρίσης με την πρόταξη των υπέρτερων αγαθών Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών είναι ένα μεγάλο πολιτικό κόμμα γιατί είναι φορέας μεγάλων αξιών και πρωτοπόρων ιδεών, ένα κόμμα ευθύνης για τη χώρα και όχι για τις φιλοδοξίες και τα άγχη των στελεχών του.

4

Στέλνουμε σήμερα ένα διπλό μήνυμα στην κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και την αντιπολίτευση της ΝΔ. Τους λέμε ότι η Ιστορία καθορίζεται από τους παρόντες, από αυτούς που αναλαμβάνουν ευθύνες, όχι από αυτούς που είτε φυγομαχούν είτε σκιαμαχούν. Στο δίλημμα να περιφρουρήσουμε την εκλογική μας δύναμη κι ας χρεοκοπήσει η χώρα ή να στηρίξουμε την πατρίδα μας χωρίς να μας κάμψει το δέος του πολιτικού κόστους, δώσαμε απάντηση πατριωτικής ευθύνης. Αν η κυβέρνησή του Γ. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ είχε αφεθεί να ολοκληρώσει το έργο της ως το 2013, δεν θα χρειάζονταν τα επόμενα μνημόνια. Τότε, όμως, δεν θα γινόταν κυβέρνηση ο κύριος Σαμαράς και η ΝΔ ούτε μετέπειτα ο κύριος Τσίπρας και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Η αντιπολίτευση χρησιμοποίησε τον αντιμνημονιακό λόγο ως πολιορκητικό κριό για την εξουσία και όχι γιατί διέθετε εναλλακτική πρόταση, όπως άλλωστε αποδείχθηκε περίτρανα. Και πέτυχε το σκοπό της με μεγάλο εθνικό και κοινωνικό κόστος. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ούτε μπορεί αλλά ούτε και θέλει να αλλάξει τη χώρα. Το μόνο που θέλει είναι να μην αλλάξει η κυβέρνηση. Το κόμμα της ΝΔ δεν ενδιαφέρεται να αλλάξει η κατάσταση της χώρας αλλά να αλλάξει απλώς η κυβέρνηση.

Για μας η πρόκληση είναι όχι να βγούμε απλώς από το μνημόνιο, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με συγκυριακές και τυπικές προυποθέσεις αλλά να βγει η Ελλάδα από την κρίση οριστικά εξαλείφοντας στρεβλώσεις και παθογένειες που την κρατούν καθηλωμένη στο παρελθόν.

5

Ένα κόμμα, η φυσιογνωμία, η λειτουργία, η στάση των μελών και φίλων του είναι το πρόπλασμα της κοινωνίας που επαγγέλλεται. Οι καταστατικοί κανόνες και οι αποφάσεις είναι δεσμευτικά για όλους. Πάνω απ΄όλα όμως,πιστεύουμε στην αξία της προσωπικής ευθύνης, εμείς οι ίδιοι βάζουμε τα ηθικά όρια της δύναμής μας. Αποκόβουμε από το Κίνημά μας μηχανισμούς, φραξιονισμούς, ομαδοποιήσεις, παραγοντισμούς. Είμαστε αυτό που κάνουμε και κάνουμε αυτό που λέμε. Δεν έχουμε διπλά βιβλία στην πολιτική πρακτική μας, άλλα να λέμε κι άλλα να κάνουμε. Ας μην κάνουμε τις δικές μας αδυναμίες, αδυναμίες του Κινήματός μας. Να κάνουμε τις αξίες του Κινήματος αξίες που οδηγούν κάθε βήμα μας, έτσι θα κάνουμε παραγωγική τη Συνδιάσκεψή μας και χρήσιμο για τη χώρα το Κίνημά μας.

6

Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών στο πλαίσιο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, αυτοτελές και ισότιμο, με συγγενείς πολιτικά δυνάμεις, φιλοδοξεί να συμβάλλει στη συνεννόηση που θα οδηγήσει σε ένα Σύμφωνο Ευθύνης τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου στην πολιτική, τους θεσμούς, τη διανόηση, το συνδικαλισμό, την επιχειρηματικότητα και τα μέσα ενημέρωσης. Η Συνδιάσκεψή μας με τις θέσεις που θα αναδείξει πιστεύουμε πως μπορεί να δώσει ώθηση στο εγχείρημα της παράταξης να ηγηθεί του προοδευτικού πόλου της πολιτικής ζωής, αλλά και να ξαναγίνει ο πρωταγωνιστής των εξελίξεων στη χώρα. Για μια Ελλάδα όπως την οραματιζόμαστε και μας αξίζει.

Η Γ’ Εθνική Συνδιάσκεψη του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών αποτελεί ταυτοχρόνως πράξη αναγνώρισης, συνέπειας και καθήκοντος.

Είναι πράξη ηθικής αναγνώρισης και τιμής στους προοδευτικούς πολίτες που εμφορούνται από τις αξίες και τις αρχές του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Εκείνους που παραμένουν παρόντες και ενεργοί, ανήσυχοι και δημιουργικοί, συμμέτοχοι στον διαχρονικό αγώνα μας.

Είναι πράξη πολιτικής συνέπειας προς το σύνολο της προοδευτικής παράταξης που διαμόρφωσε το θετικό κεκτημένο της χώρας. Της παράταξης που προέταξε το συμφέρον της χώρας έναντι του λαϊκισμού και της μικροπολιτικής χωρίς να καμφθεί από το δέος του πολιτικού κόστους.

Είναι πράξη εθνικού καθήκοντος σε μια ιστορική στιγμή που συνθλίβουν τη χώρα η κυβερνητική χρεοκοπία και η νεοδημοκρατική βουλιμία για την εξουσία, τα δύο κόμματα που υπέταξαν τις ανάγκες της χώρας στο μικροκομματικό σχεδιασμό τους.

Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών φιλοδοξεί μέσω της Συνδιάσκεψής του να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής πρότασης για την έξοδο από την κρίση με μια προοδευτική διακυβέρνηση που θα στηρίζεται στη συνεννόηση ευθύνης όλων των δημιουργικών δυνάμεων της χώρας

 

* Δήλωση Δημήτρη Ρέππα ενόψει της συνδιάσκεψης του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Ομιλίες και συνεντεύξεις

You need Flash player 6+ and JavaScript enabled to view this video.

Playlist: 0 | 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 | 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 | 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 | 28 | 29 | 30 | 31 | 32 | 33 | 34 | 35 | 36 | 37 | 38 | 39 | 40 | 41 | 42 | 43 | 44 | 45 | 46 | 47 | 48 | 49 | 50 | 51 | 52 | 53 | 54 | 55 | 56 | 57 | 58 | 59 | 60 | 61 | 62 | 63 | 64 | 65 | 66 | 67 | 68 | 69 | 70 | 71 | 72 | 73 | 74 | 75 | 76 | 77 | 78 | 79 | 80 | 81 | 82 | 83 | 84 | 85 | 86 | 87

Θεσμοί